83η επέτειο απο την μάχη του Κουστογέρακου

Αρχική > Κρήτη > 83η επέτειο απο την μάχη του Κουστογέρακου

Μοιράσου το περιεχόμενό μας:

8/10/2026 83ή εκδήλωση από την μάχη του Κουστογεράκου.

Ιστορικό όπως το εξυμνεί ο αείμνηστος θείος Πατεράκης Ανδρέας.

29/9/1943 ημέρα καταστροφής του Κουστογέρακου από τους Γερμανούς, διηγείται ο αδερφός μου Μανώλης 12 χρόνων τότε:
Ονομάζομαι Μανόλης Πατεράκης του Αριστείδη και γεννήθηκα στο Κουστογέρακο Χανίων τον Απρίλη του 1932. Θα αφηγηθώ ορισμένα γεγονότα, όσα θυμάμαι, από τα δύσκολα χρόνια της γερμανικής κατοχής. Ένα πρωινό του Φθινοπώρου του 1943 παίζαμε τα παιδιά της γειτονιάς στα δώματα του χωριού. Κάποια στιγμή ακούμε μπαλωτές από τη μεριά της Ώχρας, τοποθεσία ΝΑ του Κουστογέρακου. Κάποια παιδιά, τα πιο ψύχραιμα, με αρχηγό τον αδερφό μου τον Αντρέα, ξεκινήσανε να πάνε να δούνε τι γίνεται. Εμείς τα παρακολουθούσαμε μέχρι το Σέρμα, τοποθεσία προς τη μεριά της Ώχρας. Γυρίσανε πίσω από το Σέρμα, οπότε εμείς τα χάσαμε, δεν τα βλέπαμε πια. Δεν ξέρω μέχρι πού φθάσανε και τι είδανε, γιατί σε λίγο τα είδαμε να γυρίζουν πίσω τρέχοντας. Τα είχαν δει οι Γερμανοί και τα άρχισαν στις μπαλωτές Ήρθε όμως το χαμπέρι ότι οι Γερμανοί σκοτώσανε στην Ωχρα το Σφακιανοπέτρο και τον Πατεραντώνη. Πιθανό να είδανε τα παιδιά αυτά, δεν ξέρω. Όλοι τα είχαμε χαμένα. Κάποια στιγμή βλέπουμε Γερμανούς να κατεβαίνουν προς το χωριό από το Σείρικα, τον Κέραμο, τη Ρίζα και το Πετροκουρτάκι, για να ζώσουνε το Χωριό. Σε αυτή μας την αγωνία ήρθε να προστεθεί ο θόρυβος αεροπλάνων, που φανήκανε στον ουρανό.
Περάσανε πάνω από το χωριό και γυρίσανε πίσω από το Κεφάλι, τοποθεσία προς τη μεριά της Ώχρας. Κάποια γυναίκα ξενοχωρίτισσα, της Αναστασοσταυρούλαινας η αδερφή νομίζω, πέταξε την ιδέα ότι είναι εγγλέζικα και ήρθανε για βοήθεια. Εμείς φωνάζαμε ζήτω με χαρά και ενθουσιασμό, όχι όμως για πολύ, γιατί κάνανε στροφή, γυρίσανε προς το χωριό με διαβολεμένο θόρυβο από σειρήνες κι αρχίσανε να ρίχνουνε βόμβες και να πολυβολούνε με μυδράλια. Με την πρώτη βόμβα που έπεσε εμείς (τα παιδιά) τρομοκρατηθήκαμε και τρέξαμε μέσα στο σπίτι και μπήκαμε κάτω από το κρεβάτι για ασφάλεια. Όταν όμως έπεσε και η δεύτερη βόμβα κάπως κοντά μας, (γύρω στα 10 μέτρα, βλ. φωτό του χωριού. στο κεραμιδάτο σπίτι του Πέτρο Γεωργιακάκη), το σπίτι σείστηκε, φοβηθήκαμε και τους λέω: Έξω, πάμε να φύγουμε από δω. Βγαίνομε έξω. τα άλλα παιδιά πάνε προς το Λάκκο, εγώ πάω δίπλα στο πατρικό μου σπίτι. Φώναξα δυο φορές τη μητέρα μου και σα δεν πήρα απάντηση παίρνω μια σφεντόνα και μια τράπουλα και φεύγω. Πάω κι εγώ προς το Λάκκο. Στο διαπόρι συναντώ τα παιδιά που πριν ήμασταν μαζί. Δεν ξέρανε προς τα πού να πάνε. Τους λέω: Πάμε από δω. Δεν μ’ ακούνε και φεύγω μόνος. Έλα όμως που μ’ έτρωγε η περιέργεια να δω πώς ρίχνουνε τις βόμβες τα αεροπλάνa. Πιάνω μια γωνιά στο σπίτι του Πατεροσταυρούλη και κοίταζα προς τον ουρανό. Κάποια στιγμή βλέπω ένα την ώρα που στούκερνε και μονολογώ: Γιάε το άτιμο επαέ θα τη ρίξει. Από την τρομάρα μου, για να σωθώ, τρέχω και μπαίνω κάτω από το φούρνο, στον κούμο. Η βόμβα έπεσε δίπλα (στη φάμπρικα).. Ο φούρνος έπεσε και με δυσκολία έβγαλα μερικές πέτρες, για να βγω έξω. Τρέχω, τρέχω προς την Κερατέ. Βλέπω τότε την Πατεράκη τη Σοφία τραυματισμένη (πρόκειται για τη Μαρία του Γιωργιακοβαγγέλη, που τραυματίστηκε από βλήμα βόμβας), να φωνάζει: Νερό, μωρέ παιδιά. Δεν σταμάτησα. Ήξερα πως δεν μπορούσα να προσφέρω βοήθεια. Τρέχω προς τον Τσούνο (βλέπε διαδρομή στον τελευταίο χάρτη με τη μπλε γραμμή). Εν τω μεταξύ οι Γερμανοί είχαν κατέβει στο χωριό. Ένας από αυτούς ήθελε να παίξει μαζί μου, γιατί ήμουν πολύ κοντά και θα μπορούσε να με σκοτώσει, αν ήθελε. Όταν το αποφάσισε και ενώ με σημάδευε στο κεφάλι, γύρισα να δω αν με κυνηγά και η σφαίρα πέρασε ξυστά από το στόμα μου, χωρίς να μου κάνει μεγάλη ζημιά. Εκείνη τη στιγμή με βλέπει ο Ζαμπιάκης ο Θοδωρής, που ρίζωνε από την Πλάκα και μου φωνάζει: Ίντα γίνεται στο χωριό, Μανόλη; Δεν του απάντησα, γιατί είχα το ζόρε πίσω μου. Είδε το Γερμανό που με κυνηγούσε. τον είδα να σηκώνει το τουφέκι του και να τον σημαδεύει. δεν άκουσα πυροβολισμό. Ο Γερμανός φαίνεται να τον είδε που τον σημάδευε κι άρχισε κι αυτός να τρέχει για να γλιτώσει. Έμαθα μετά από πολλά χρόνια ότι το φυσίγγιο δεν πήρε φωθιά, ούτε το πρώτο ούτε το δεύτερο, γιατί το χειμώνα είχε κρυμμένο το τουφέκι του στο Ζουριδά σε μια κουφαλολιά και είχαν αναδώσει τα φισέκια. Πάντως είναι βέβαιο πως γλίτωσα από το Γερμανό χάρη στην ενέργεια του Ζαμπιοθοδωρή. Πιο κάτω, στον Πάτο του Τσούνου, συνάντησα το Ζαχάρη τον Τζατζιμάκη. Δεν του είπα για τον πατέρα του ότι τον σκότωσαν οι Γερμανοί. Προχωρήσαμε το ρυάκι προς τον Κάστελο. Στο Κλησιδάκι συναντήσαμε κι άλλα γυναικόπαιδα. Προχωράμε όλοι μαζί για το Φαράγγι της Αγίας Ειρήνης. Κάπου προς τα αριστερά του φαραγγιού σταματήσαμε να κρυφτούμε. Το απογευματάκι βλέπομε από απέναντι, από τον Άσπρο Πόρο, να κατεβαίνουν άνθρωποι. Ακούω από δεξιά – αριστερά να λένε: Γερμανοί, κακορίζικα. Τους λέω: Βλέπω τον μπαμπά μου, θα του φωνάξω. Τότε μου ορμάνε, με πάνε πιο μέσα και μου λένε: Σκασμένο, δεν βλέπεις πως είναι Γερμανοί; Ναι, τους λέω και τότε με αφήνουν. Τότες εγώ μ’ ένα σάλτο πεθιέμαι έξω και φωνάζω: Μπαμπά, μπαμπά. Αρχίζουν το μοιρολόι από μέσα και σταματήσανε μόνο όταν ακούσανε τον πατέρα μου να απαντά. Μου φωνάζει να κατεβούμε στον πάτο του φαραγγιού και ξεκινάμε όλοι μαζί για τα Φαραγγούλια. Με ρωτά ο πατέρας μου για τη μάνα μου και τ’ αδέρφια μου(άλλα 5). Του είπα ότι πήγα στο σπίτι αλλά δεν βρήκα κανένα. Μου λέει: Καημένε Μανόλη, γλιτώσαμε εγώ κι εσύ, αλλά δεν ξέρω ως πότε. Στο φαράγγι μείναμε ένα βράδυ. Ο πατέρας μου με έναν άλλο, δεν θυμούμαι ποιον (πρόκειται για τον Ευτύχη Τζατζιμάκη από το Κουστογέρακο), πήγανε στον Πρινέ και φέρανε ένα παγούρι νερό και δυο ψωμιά. Ήμαστε όμως τόσοι πολλοί, που δεν αναλογούσε στον καθένα ούτε μια φέτα ψωμί και μια γουλιά νερό. Το απόγευμα της άλλης μέρας προσπαθήσανε να φύγουνε για τη μαδάρα. Ορισμένοι φύγανε προς τα πάνω (η διαδρομή αυτή ήταν ασφαλής, αλλά περνούσε μέσα από γκρεμνά). Οι άλλοι γυρίσανε προς τα κάτω, γιατί ο πατέρας μου πάθαινε ιλίγγους και δεν έμπαινε στα γκρεμνά. Υποχρεωτικά λοιπόν γυρίσαμε κάτω το φαράγγι και βγήκαμε από τον Άσπρο Πόρο, από κει που τους είδαμε να κατεβαίνουν την προηγούμενη μέρα. Βραδάκι φτάσαμε στο Αλωνάκι στη στέρνα. Κουρασμένοι και διψασμένοι πέσαμε στις σκάφες (με το νερό, που πίνανε τα αιγοπρόβατα) και τις αδειάσαμε. Καθίσαμε λίγο και μετά ξεκινήσαμε πάλι για τη μαδάρα. Στο Μονοχάρακα νυχτωθήκαμε και κοιμηθήκαμε. Πριν ξημερώσει, σηκωθήκαμε πάλι. φτάνομε στ’ Όλισμα, περνάμε την Κακιά Σκάλα και φτάνομε στο Χασκόσπηλιο. Εκεί ακούμε ομιλίες. Όπλα δεν είχαμε εκτός του Τζατζιμοευτύχη. Ακούω τον πατέρα μου να του λέει: Μωρέ Ευτύχη, δώσε μου το όπλο σου. εγώ πιο κατεχάρης είμαι από σένα και αν ακούσετε μπαλωτές, φύγετε επάνω, μπείτε στο δάσος. Ο πατέρας μου πήγε στα περίχειλα. Εμείς περιμέναμε. Η ώρα περνούσε. Κάποια στιγμή ακούω κάποιον να λέει: Πάμε να φύγουμε από δω. Λέω: Εγώ χωρίς τον πατέρα μου δε φεύγω από δω. και ξεκίνησα να πάω να τον βρω. Τον βρήκα να κάθεται στα περίχειλα με άλλους χωριανούς μας και να διηγούνται για τη μάχη που είχανε δώσει την προηγούμενη μέρα. Φώναξα και τους άλλους και κατεβήκανε. Καθίσαμε λίγο, ξεκουραστήκαμε και σε λίγο φύγαμε για το Ασφεντηλωπό, όπου ήταν και το εγγλέζικο φυλάκιο. Ο πατέρας μου έμεινε με τους άλλους στο Χασκόσπηλιο. Πήγαμε στ’ Ασφεντηλωπό κι εκεί δεν καθίσαμε πολύ. Κάποιος είπε για Γερμανούς. Φύγαμε και ύστερα από πολλές ώρες φτάσαμε στο Πυθαράκι. Εκεί υπήρχε πηγή. Ήπιαμε νερό, ξεκουραστήκαμε λίγο και μετά ξεκινήσαμε για το Αγριμόσκισμα. Κάποιος κρατούσε ένα σακούλι, που είχε μέσα ένα κεφάλι τυρί. Μου λένε λοιπόν: Κράτα το κι εσύ λίγο. Τους λέω: Δεν μπορώ. Μου λένε: Ετότες εσύ δεν θα φας. Το πήρα, αλλά το άτιμο ήταν πιο βαρύ από μένα. Ούτε 100 μέτρα δεν πήγα και τους λέω: Πάρτε το, κουράστηκα. Κανείς δεν μιλάει. Βγάζω το σακούλι, το πετάω κάτω και φεύγω. Όπως ήταν κατήφορος, παίρνει κάτω(το τυρί) και κατεβαίνει στον πάτο. Ευτυχώς ήταν κατσικίσιο και δεν έπαθε μεγάλη ζημιά. Φτάσαμε στο Αγριμόσκισμα το απόγευμα. Θέλανε να κόψουνε το τυρί, αλλά δεν είχαν μαχαίρι κι αποφάσισαν να το σπάσουν με πέτρα. Κάποιος φωνάζει: Ο Μανόλης έχει μαχαίρι. Εγώ πιο κει πελεκούσα με κατσουνάκι ένα ξύλο. Μανιασμένη η….. μου φωνάζει: Δεν ακούς, μωρέ, που ψάχνουμε για μαχαίρι; Ακούω, της λέω. Και γιατί δεν το δίνεις; Γιατί δεν θα μου δώσετε τυρί. Δώσ’ το και θα σου δώσουμε. Φάγαμε σκέτο το τυρί, γιατί ψωμί δεν υπήρχε, και μας ξέκαψε. Όλοι ήμαστε ξεροί από τη δίψα…………………………….. Ήμαστε σε απελπιστική κατάσταση. Γι’ αυτό σήμερα που τα σκέφτομαι συγχωρώ τη γυναίκα, που με έστελνε να πάω από την Ακονιζιά και να φέρω νερό. Και όταν εγώ είπα: Δεν πάω, μου λέει: Να φύγεις εσύ από ’δώ. Εμένα με πήρε το παράπονο και πήγα λίγο πιο πάνω. Εκεί με είδε ο Πατεροπιμενίδης να κλαίω και μου λέει: Ίντα ’χεις μωρέ και κλαις; Δεν του είπα, αλλά κι αυτός δεν επέμενε, γιατί θα σκέφτηκε: Έχει πολλές αιτίες το κοπέλι να κλαίει. Από κει βρέθηκα στο Κουρουπητό, δεν θυμάμαι πώς. Βγάζω όμως το συμπέρασμα πως θα πρέπει να ακολούθησα τον Πατεροπιμενίδη, γιατί τον θυμάμαι πάλι στο Κουρουπιτό να μου λέει: Εκεί κάτω έχει ένα σπηλιάρι και έχει πολλούς από το χωριό. Κατέβηκα λοιπόν κάτω και βρήκα αρκετούς χωριανούς μου. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Πατεροθοδωρής με τη γυναίκα του, η οποία έκλαιγε δύο της παιδιά, που νόμιζε ότι είχαν σκοτωθεί, και την παρηγορούσε ο άντρας της λέγοντάς της: Μην κλαις, νέοι είμαστε. θα κάμομε άλλα. Εκεί μου δώσανε δυο φύλλα πανί κάποτο από αλεξίπτωτο και κάτι κορδόνια. Τα είχε στείλει ο πατέρας μου, να μου τα δώσουν αν περνούσα από εκεί. Μου χρησίμεψαν πολύ, γιατί έκανε το βράδυ πολύ κρύο (Οκτώβρης μήνας σε υψόμετρο 1600 μέτρα περίπου). Τα τυλιγόμουνα σαν φασκιά και κάποιος με έδενε με τα κορδόνια. Αν ερχόντανε Γερμανοί, όλοι θα έφευγαν κι εγώ θα έμενα δεμένος εκεί. Μια μέρα οι Σφακιανοί σφάξανε μιαν αίγα. Τα εντόσθια τα πετάξανε, γιατί δεν υπήρχε νερό να τα πλύνουν. Εμείς τα παιδιά πήραμε την κοιλιά, τη φουσκώσαμε, τη δέσαμε με σπάγο, τη βάλαμε στα κάρβουνα κι όταν ψήθηκε, τη γυρίσαμε ανάποδα και τη φάγαμε. Μια μέρα με ειδοποιούν ν’ ανεβώ στο μιτάτο, που είχε έρθει ο πατέρας μου. Είχε και άλλους ανθρώπους εκεί, οι περισσότεροι Σφακιανοί. Μου λέει λοιπόν ο πατέρας μου ότι θέλει να με πάει στη Σαμαριά, στου συντέκνου του του Βίγλη του Θοδωρή, αλλά δεν ξέρει το δρόμο. Σηκώνεται τότε ένας Τζατζιμάκης από την Αγιά Ρουμέλη, που είχανε προηγούμενα με τον πατέρα μου, και του λέει : Μωρέ Αριστείδη, εγώ θα σας πάω κι ας αφήσουμε τα παλιά. Τώρα έχει την ανάγκη ο ένας του άλλου μας. Μας πήγε ο άνθρωπος και ευτυχώς, γιατί, όπως είπα και πιο πάνω, ο πατέρας μου πάθαινε ιλίγγους και δεν έμπαινε στα γκρεμνά. και στο δρόμο τον έπαιρνε πολλές φορές στην πλάτη του, για να τον περάσει από κάποια κακόβολα (γκρεμνά). Στη Σαμαριά με άφησε κι έφυγε την άλλη μέρα νύχτα, για να μην τον δω και δημιουργήσω φασαρία. Εκεί κάθισα αρκετούς μήνες. Στον χάρτη σημειώνεται η διαδρομή της φυγής πολλών γυναικόπαιδων μέχρι το χωριό Σαμαριά. α.π.

Θοδωρής Σεβντάς

Photographer & Blogger

Σχετικά Άρθρα:

  • All Post
  • Άλλο
  • Αμερική
  • Αττική
  • Αυστραλία
  • Αφιερώματα
  • Επαρχία
  • Ευρώπη
  • Κρήτη
  • Κρητικές Εκδηλώσεις

Κατηγορίες

Tags

    Κρητικά Κέντρα

    Κρητικοί Ραδιοφωνικοί Σταθμοί

    Ναυτιλιακές για Κρήτη

    Edit Template

    Κρητικές Διαδρομές

    Καλώς ήλθατε στην ιστοσελίδα μας. Εδώ θα ενημερώνεστε για τις εκδηλώσεις των Κρητών όπου γης. 

    Επικοινωνία

    © 2024 Created by < KR />